Δραστικές ουσίες στα καλλυντικά για αδυνάτισμα

Σε πολλά προγράµµατα απώλειας βάρους, έχει παρατηρηθεί ανοµοιοµορφία στους ρυθµούς αποβολής του αποθηκευµένου λίπους. Η ανοµοιογένεια αυτή οφείλεται στη διαφορετική ικανότητα των λιποκυττάρων για κινητοποίηση των λιπιδίων αναλόγως της ανατοµικής περιοχής.  Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στο 80% των γυ ναικών στο ανατολικό ηµισφαίριο, παχύσαρκες και µη, διακρίνεται  η ανάγκη µείωσης του υποδορίου λίπους όπου είναι συγκεντρωµένο στους µηρούς, γλουτούς και ισχία.

Άλλες φορές, παρατηρείται επίµονη εντόπιση λίπους στην περιοχή της κοιλιακής χώρας. Το πρόβληµα της εντοπισµένης εναπόθεσης λίπους και πολύ περισσότερο της κακής κινητοποίησής του, έχει απασχολήσει πολ λούς ερευνητές, χηµικούς – κοσµετολόγους..

Οι δραστικές ουσίες των καλλυντικών αδυνατίσµατος, θεωρητικά τουλάχιστον προάγουν τη λιπόλυση, σε επίπεδο µεµονωµένου κυττάρου. Αλλά το πλέον σηµαντικό είναι η βελτίωση της αιµατικής κυκλοφορίας στην περιοχή, η οποία συµβάλλει στην πρόοδο όλων των µεταβολικών διεργασιών του δέρµατος.

Γνωρίζοντας ότι η επιδερµίδα δεν αποτελεί ένα αδιαπέραστο φράγµα, τα καλλυντικά που εφαρµόζονται στην επιφάνειά της πρέπει να είναι σχεδιασµένα ώστε να µην επηρεάζουν αρνητικά τη γενική λειτουργία του σώµατος. Ακόµη θα πρέπει να περιλαµβάνουν συστατικά τα οποία είναι αποδεδειγµένα ασφαλή, συγχρόνως αυτά πρέπει να είναι αποτελεσµατικά ώστε  να  ανταποκρίνονται  στις  απαιτήσεις  των  καταναλωτών.

Οι ουσίες που χρησιμοποιούνται στα προϊόντα αδυνατίσματος χωρίζονται στις εξής κατηγορίες:

ΟΥΣΙΕΣ ΠΟΥ ∆ΙΕΓΕΙΡΟΥΝ ΤΗ ΛΙΠΟΛΥΣΗ

  1. a) Ξανθίνες (καφεΐνη, θεοφυλλίνη, αµινοφυλλίνη)
  2. b) Καρνιτίνη (L-Carnitine)
  3. c) Συνένζυµο Α (CoA)
  4. d) Silanol mannuronic acid

ΑΝΤΙΟΞΕΙ∆ΩΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

  1. a) Φλαβονοειδή (τοκοφερόλη)
  2. b) Silanols

ΟΥΣΙΕΣ ΠΟΥ ΕΝΙΣΧΥΟΥΝ ΤΗ ΜΙΚΡΟΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

  1. a) Φλαβονοειδικοί γλυκοσίδες b)  Βιταµίνες C& P
  2. c) Βλενοπολυσακχαρίτες
  3. d) Καρνιτίνη e) Ταννίνες

 

ΟΥΣΙΕΣ ΜΕ ΑΝΤΙΦΛΕΓΜΟΝΩ∆Η – ΑΝΤΙΟΙ∆ΗΜΑΤΙΚΗ ∆ΡΑΣΗ

  1. a) Κατεχίνες
  2. b) Ιώδιο
  3. c) Σαλικιλικοί εστέρες
  4. d) Σαπωνίνες (ruscogenin) ΑΝΑΠΛΑΣΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ
  5. a) Σαπωνίνες (ασιατικό οξύ, µαδεκασικό οξύ)
  6. b) Silanols
  7. c) Ρητίνες (arnicin)
  8. d) Λινολεϊκό οξύ e) γ-λινολενικό

Αναλυτικά

  1. Μεθυλιωµένες Ξανθίνες (Καφεΐνη, Θεοφυλλίνη, Αµινοφυλλίνη). Αυτές αποτελούν ξανθινικές βάσεις που περικλείουν έναν σκελετό πλούσιο σε άνθρακα. Η καφεΐνη, η οποία φυσιολογικά συσχετίζεται µε τη θεοφυλλίνη και τη θεοβρωµίνη, υπάρχει σε συγκεκριµένα τµήµατα των ακόλουθων φυτών.

Το καφεόδεντρο (Rubiaceae) που προέρχεται από την Αιθιοπία. Το κακαόδεντρο (Sterculiaceae), ένας θάµνος από τα δάση του Αµαζονίου.  Το  τεϊόδεντρο  (Theaceae),  το  οποίο  συνήθως  αναπτύσσονταν στις νότιες πλαγιές των Ιµαλαΐων, τώρα καλλιεργείται στην Ασία και την Αφρική. Το αφρικάνικο δέντρο της οικογενείας των σερκουλιιδών (Sterculiaceae ή kola –tree). Το τεϊόδεντρο της Παραγουάης (Aquifoliaceae), µικρός θάµνος από τη νότια Αµερική. Το γκουαρανά (Sapindaceae) είναι το φύραµα από τα σπέρµατα του δέντρου της Βραζιλίας Παυλινίας της κουπανίου και περιέχει 3% καφεΐνη.

Οι ξανθίνες δρουν στο επίπεδο της κυτταρικής µεµβράνης του λι- ποκυττάρου. Η δράση τους στηρίζεται αφ’ ενός µεν στη διέγερση των παραγόντων που ενεργοποιούν τη λιπόλυση, αλλά και στην παρεµπόδιση εκείνων που την αναστέλλουν.

Συγκεκριµένα οι ουσίες αυτές συµβάλλουν:

  1. a) στην αναστολή σχηµατισµού της φωσφοδιεστεράσης
  2. b) στην παρεµπόδιση της δραστηριότητας των α-αδρενεργικών υποδοχέων
  3. c) στη διέγερση των β-αδρενεργικών υποδοχέων

Αποτελέσµατα ερευνών δείχνουν ότι τα µεθυλξανθινικά παράγωγα προάγουν τη λιπόλυση, παρεµποδίζοντας τη δράση του ενζύµου φωσφοδιεστεράση το οποίο είναι υπεύθυνο για την αδρανοποίηση του cAMP προς 5-AMP. Η αναστολή του ενζύµου αυτού καθυστερεί, όπως είναι επόµενο, τη διάσπαση του cAMP και παρατείνει τις  ορµονικές επιδράσεις που τελικά οδηγούν στην υδρόλυση των τρι- γλυκεριδίων και τη µετατροπή τους σε ΕΛΟ και γλυκερόλη. Επιπλέον έχει παρατηρηθεί ότι η ισχύς των ξανθινών έναντι  των α- αδρενεργικών υποδοχέων της αδενοσίνης (ανταγωνιστές της αδενυλικής κυκλάσης), αποτελεί έναν εξίσου σηµαντικό παράγοντα για την έναρξη της λιπόλυσης.

Τέλος έχει βρεθεί ότι η θεοφυλλίνη κινητοποιεί τη λιπόλυση κατά τρόπο ανάλογο προς την αδρεναλίνη. (Μέσω διέγερσης των β- αδρενεργικών υποδοχέων της µεµβράνης του λιποκυττάρου έχουµε ενεργοποίηση της αδενυλικής κυκλάσης  που οδηγεί στη κυτταρική απάντηση, δηλαδή την έναρξη της λιπολυτικής    διαδικασίας.

Όσον αφορά την ασφάλεια των ξανθινών πρέπει να αναφερθεί ότι η επίδραση της καφεΐνης σε ολόκληρο τον οργανισµό είναι σε σχέση µε αυτήν της θεοφυλλίνης σχετικά ασήµαντη. Έτσι οι επιστήµο- νες οδηγήθηκαν στη µελέτη της λιπολυτικής δράσης της ουσίας αυτής όταν παρέχεται τοπικά. Αλλά για να περάσει ένα µόριο το φραγµό της κερατίνης στιβάδας, όπως έχει προαναφερθεί πρέπει αυτό να είναι λιπόφιλο αλλά και υδρόφιλο, κάτι που φαίνεται ότι ισχύει στην περίπτωση της καφεΐνης. Μελέτες έδειξαν ότι η καφεΐνη όταν παρέχεται τοπικά, δύσκολα περνά στη γενική κυκλοφορία. Για το λόγο αυτό, παρουσιάζει µια καλή γενική και τοπική ανεκτικότη- τα, καθώς αυτή δύσκολα διαχέεται στο αίµα. Όταν ένα γραµµάριο καφεΐνης σε υδροαλκοολική γέλη εφαρµόζεται καθηµερινά για ένα µήνα, επιφέρει καφεϊναιµία αντίστοιχη µε το ένα τέταρτο του µέγι- στου επιπέδου της ουσίας που µπορεί να εµφανιστεί µετά την κα- τάποση µιας κούπας καφέ.

  1. Silanols

Αυτά είναι ενώσεις πυριτίου που περιέχουν οµάδες (-ΟΗ) στο µό- ριο τους (οι οποίες ενώνονται απευθείας µε τα άτοµα (Si). Ο τρό- πος παρασκευής τους είναι ως ένα σηµείο κοινός µε αυτόν της σιλικόνης. Τα silanols χρησιµοποιούνται στα καλλυντικά αδυνατίσµατος για τη λιπολυτική τους δράση (πολλές φορές ενσωµατώνο- νται στις µεθυλοξανθίνες για ν’ αποφευχθεί η παρεµπόδιση του κυτταρικού µεταβολισµού λόγω αρνητικής ανατροφοδότησης που παρατηρείται όταν χρησιµοποιούνται αυτούσιες η θεοφυλλίνη και η καφεΐνη), αλλά κυρίως για τις αντιοξειδωτικές, αντιφλεγµονώδεις και αποιδηµατικές ιδιότητές τους.

Λιπολυτική δράση.  Η λιποδιαλυτική δραστηριότητα  των silanols υπολογίστηκε σε καλλιέργεια κυττάρων λιπώδους ιστού (έλεγχος in vitro) αφού µετρήθηκε η συγκέντρωση της απελευθερωθείσας γλυκερόλης. Η αυξηµένη υδρόλυση των τριγλυκεριδίων, στο επίπεδο του λιποκυττάρου, δεν είναι απαραίτητο να οφείλεται στην αναστο- λή του ενζύµου φωσφοδιεστεράση, όπως συµβαίνει µε τις ξανθί- νες. Η δράση των εν λόγω ενώσεων συνδέεται µε την αναλογία Si που περιέχεται σε αυτές (η απελευθερωθείσα γλυκερόλη αυξάνει αναλόγως των ατόµων Si). Αυτό µπορεί να σηµαίνει ότι το Si προ- καλεί διέγερση του συστήµατος της αδενυλικής κυκλάσης στη µεµ- βράνη του λιποκυττάρου (λόγω της αυξηµένης συγγένειάς του για τις οµάδες γλυκάνης των γλυκοπρωτεϊνών της µεµβράνης) και εν συνεχεία τη µετατροπή του ATP σε 3,5-c-AMP. Οι ενζυµικές αυτές αντιδράσεις ενεργοποιούν την ορµονοευαίσθητη λιπάση οδηγώ- ντας τελικά στην υδρόλυση των τριγλικεριδίων Η επίδραση του silanol mannuronic acid στη διαδικασία της λιπό- λυσης θεωρείται ότι είναι επτά φορές µεγαλύτερη από εκείνη που εξασφαλίζεται δια µέσου της θεοφυλλίνης.

Αντιοξειδωτική δράση (τα silanols προστατεύουν το συνδετικό ιστό)

Η αντιοξειδωτική άµυνα που παρέχουν τα silanols οφείλεται στην πρόληψη των µεταλλάξεων του κυτταρικού DNA και στη διόρθωση της οξειδωτικής βλάβης που προκαλούν οι οξυγονωµένες ελεύθε- ρες ρίζες*. Μελέτη σε ανθρώπινους ινοβλάστες (σεσηµασµένοι µε Η2 ραδιενεργό ουσία θυµιδίνης) δείχνει ότι τα silanols αντιτίθενται στο φαινόµενο δικτυώµατος. Αυτά δηµιουργούν γέφυρες µεταξύ των υδροξυλιωµένων αµινοξέων των κολλαγόνων και ελαστικών ινών. Έτσι προστατεύουν τις πρωτεϊνικές ίνες από τη διασταυρούµενη σύνδεση που οφείλεται στη µη ενζυµατική διεργασία γλυκό- λυσης. Επίσης έχει αναφερθεί ότι η σιλικόνη αποτελεί συνδετικό στοιχείο (συνδετικό δεσµό) των ιδιοσυστατικών µακροµορίων στο συνδετικό ιστό. Έτσι δικαιολογείται η ανάπλαση των κολλαγόνων και ελαστικών ινών και η ικανότητα αναδιοργάνωσης των ιστικών γλυκοπρωτεϊνών.

  • Αποιδηµατική δράση

Τα silanols παρουσιάζουν την ικανότητα να ρυθµίζουν την κινητι- κότητα του νερού δια µέσου των κυτταρικών µεµβρανών, αυξάνο- ντας το ποσοστό των πολικών αµινοξέων ιδιαίτερα στις ελαστικές ίνες. Η ρύθµιση της  υδάτωσης των κυττάρων αποδεικνύεται από τον περιορισµό του οιδήµατος ή από τα χαρακτηριστικά εκείνα στοιχεία που συγκροτούν το σωστά ενυδατωµένο δέρµα.

Οι  οξυγονωµένες  ελεύθερες  ρίζες,  ιδιαίτερα  τα  υπεροξείδια (Ο2) είναι κυτοτοξικά γιατί αντιδρούν µε τις πρωτεΐνες και τις πρω- τεογλυκόλες.  Μπορεί επίσης να προκαλέσουν µεταλλάξεις αντιδρώντας µε το κυτταρικό DNA. Ένας από τους µηχανισµούς τοξι- κότητας είναι η προσβολή των διπλών δεσµών των πολυακόρε- στων Λ.Ο. που είναι συστατικά των κυτταρικών µεµβρανών, των λιποπρωτεϊνών κ.α. Λιπιδικά υπεροξείδια, που προκύπτουν από ακόρεστα λιπαρά οξέα σε κυτταρικές µεµβράνες ή αραχιδονικά ο- ξέα παράγουν κυτοτοξικά παράγωγα, τέτοια όπως η µαλοναλδεΰ- δη MDA. Τα υπεροξείδια και η MDA συµβάλλουν στην αποικοδόµηση του κολλαγόνου, στην καταστροφή των ελαστικών ινών (φαι- νόµενο φλεγµονής) και τη σκλήρυνση των γειτονικών ιστών (ινο- σκλήρυνση). Η γλυκόλυση των δοµικών πρωτεϊνών θεωρείται φυσιολογική και αµφίδροµη εξαιτίας µιας ενζυµατικής διεργασίας. Η ακαµψία των ινών και η απώλεια της ελαστικότητας των γηρασµέ- νων ιστών, συµβαίνει όταν η σταθεροποίηση είναι µη ενζυµατική.

Το silanol manuronic acid αναδιοργανώνει έµµεσα τις πρωτε- ογλυκόλες και τις ιστικές γλυκοπρωτεΐνες χάρη στην µεγάλη συγ- γένειά του µε τις οµάδες γλυκάνης των γλυκοπρωτεϊνών της κυτ- ταρικής µεµβράνης.

Η συµπίεση των φλεβιδίων και λεµφικών αγγείων από τα δι- ογκωµένα λιποκύτταρα δηµιουργεί πληµµελή παροχέτευση των προς αποµάκρυνση άχρηστων ουσιών µέσω του φλεβικού    και λεµφικού δικτύου. Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα τη δηµιουργία τοπι- κού οιδήµατος αλλά και την περαιτέρω κυτταροτοξίκωση των γει- τονικών ιστών.

  1. Co-enzymeΑ & L-Carnitine

Αυτά αποτελούν βιοχηµικά διάµεσες ουσίες που λειτουργούν σαν αντλία τροφοδότησης της µιτοχονδριακής αλυσίδας µε Ε.Λ.Ο., όπου  µέσω  της  οξειδωτικής  διάσπασης  προάγεται  η  αποβολή τους.

Η L-Carnitine (ενεργός µορφή Καρνιτίνης) λαµβάνεται από στερεοεκλεκτική σύνθεση και είναι ουσία υδατοδιαλυτή. Παίζει ένα σηµαντικό ρόλο στη χρησιµοποίηση της ενεργειακής εφεδρείας του λιποκυττάρου από τα κύτταρα του υποστρώµατος.

Το συνένζυµο-Α (CoA) προέρχεται από βακτηριακή ζύµωση και παίζει σπουδαίο ρόλο τόσο στο επίπεδο της µιτοχονδριακής µεµβράνης όσο και στο εσωτερικό των οργανιλίων αυτών.

Το CoA λειτουργεί σαν µεταφορέας των acyl groups (οµάδες ακυλίων)    προάγοντας τις ενζυµατικές αντιδράσεις που εµπλέκονται στη διαδικασία οξειδώσεως των Λ.Ο., στη πυροσταφιλική οξείδωση, στις βιολογικές ακετυλιώσεις.

Η Καρνιτίνη αποτελεί φυσιολογικά ένα συστατικό των κυττάρων.

Είναι ο µοναδικός φορέας που επιτρέπει στα Λ.Ο. µακράς αλυσίδας να διαπεράσουν την εσωτερική µεµβράνη των µιτοχονδρίων και να υποστούν τελικά Β-οξείδωση. Τελευταία έχει παρασκευασθεί συνθετική καρνιτίνη στην L – µορφή (Levogyral), η µόνη βιο- χηµική µορφή η οποία µπορεί να χρησιµοποιηθεί από τα ενζυµικά συστήµατα των θηλαστικών.

 

Το ενεργοποιηµένο εντός του µιτοχονδρίου, Acyl-CoA απελευθερώνει ενέργεια στη µορφή του ATP καθώς αυτό υφίστανται Β- οξείδωση. Η απορρέουσα αύξηση στην παραγωγή του ATP αυξάνει την αποδοτικότητα της HSL µε αποτέλεσµα να ενισχύεται η κατακρήµνιση των τριγλυκεριδίων.

  1. Βλενοπολυσακχαρίτες

Οι βλενοπολυσακχαρίτες παρουσιάζουν µια αντιλιπαιµική και αντι- οιδηµατική δράση η οποία για πολλά χρόνια δεν ήταν ακριβώς γνωστή. Ωστόσο τελευταία έχει σηµειωθεί η θετική τους παρέµβαση πάνω στη ρύθµιση του µεταβολισµού των λιπιδίων. Από τις µε- λέτες    των    G. Hunnger- Ricci & P. Rovesti (Internal School for Esthetical Dermatology & Cosmetology – Lugano Switzerland) συ- νάγεται ότι οι κύριοι βιοχηµικοί µηχανισµοί σχετικά µε τη θεραπευτική  δράση  των  βλενοπολυσακχαριτών  της  δωδεκαδακτυλικής µεµβράνης είναι :

Αντιλιπαιµική δράση η οποία επιτυγχάνεται:

  1. a) µέσω παρεµπόδισης της δέσµευσης των λιποπρωτεϊνών στα τοιχώµατα των αγγείων (το αποτέλεσµα αυτό έχει δειχθεί σε τεµάχια αορτής εργασία in-vitro).
  2. b) µέσω ενεργοποίησης της λιποπρωτεϊνικής λιπάσης LPL (ένζυµο υπεύθυνο για τον καταβολισµό των λιποπρωτεϊνών). Η LPL του ενδοθηλίου των τριχοειδών πολλών οργάνων αποσπά λιπαρά οξέα από τα τριγλυκερίδια των χιλοµικρών και των VLDL. Εν συ-νεχεία τα Ε.Λ.Ο. του πλάσµατος που είναι συνδεδεµένα µε λευκωµατίνη µεταφέρονται : i) στους µυς και σε άλλα όργανα όπου η ε- νέργειά τους απελευθερώνεται µε οξείδωση στα µιτοχόνδρια προς CO2 και H2O (β-οξείδωση), ii)  στα λιπώδη κύτταρα όπου ανασυντίθενται σε τριγλυκερίδια (λιπογένεση), iii) στο ήπαρ

Αντιφλεγµονώδη δράση η οποία επιτυγχάνεται :

  1. a) διαµέσου ενεργοποίησης των τοπικών πρωτεασών (µετασχηµατισµός του πλασµινογόνου σε πλασµίνη, όπου σαν αντιπηκτικός παράγων προκαλεί ινοδόλυση).
  2. b) επίσης είναι γνωστός ο αντιφλεγµονώδης ρόλος των ενζύµων χυµοθριψίνη, τριψίνη και πεψίνη.

5 .  Φλαβονοειδή

Τα φλαβονοειδή είναι φαινολικές ενώσεις χαµηλού µοριακού βάρους, πολλές από τις οποίες είναι υπεύθυνες για το χρωµατισµό των ανθέων και καρπών. Είναι πολύ διαδεδοµένες σε όλες τις οικογένειες των αγγειοσπερµάτων υπό µορφή γενινών και κυρίως υπό µορφή γλυκοσιδών. Συχνά είναι κίτρινες και θεωρούνται παράγωγα της χρωµόνης. Κατέχουν ένα σηµαντικό ρόλο στη  φυσιολογία των φυτών αλλά επηρεάζουν επίσης τις κυτταρικές λειτουρ- γίες των θηλαστικών. Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι στα φλαβονοει- δή οι αρωµατικοί δακτύλιοι έχουν συνήθως σαν υποκαταστάτες – ΟΗ, -OCH3,  Ο- και C- γλυκοσίδες.

Η βιολογική δράση των φλαβονοειδών συνοψίζεται στα ακόλουθα: Αντιοξειδωτική δράση

  1. a) Παγιδεύουν τις ελεύθερες ρίζες (κυρίως τις ρίζες ανιόντος υπεροξειδίου) µε τα φαινολικά OH, εµποδίζοντας έτσι την καταστροφή των φωσφολιπιδίων των κυτταρικών µεµβρανών.
  2. b) Σχηµατίζουν χηµικές ενώσεις µε τα ιόντα σιδήρου και εµποδί- ζουν το σχηµατισµό ελευθέρων    ριζών.  
  3. c) Επιδρούν σε διάφορα  ένζυµα  και  κυρίως  παρεµποδίζουν  τη δράση της οξειδάσης της ξανθίνης.

 

  • ∆ράση  βιταµίνης P

Έχει βρεθεί ότι τα φλαβονοειδή αυξάνουν την αντίσταση των τοι- χωµάτων των αιµοφόρων αγγείων και ελαττώνουν τη διαπερατό- τητά τους. Η ρουτίνη, τα κιτροφλαβονοειδή, η διοσµίνη κ.α. παρουσιάζουν ευεργετική δράση στις διάφορες φλεβικές ανεπάρκειες και αιµορραγίες. Η δράση τους αυτή οφείλεται στην επίδρασή τους έναντι των πρωτεασών (ελαστάση, κολλαγενάση), ένζυµα υπεύ- θυνα για τη λύση της φυσιολογικής δοµής των ινών. Αντιφλεγµονώδη και αντιθροµβωτική δράση.

Μελέτες σε ιστοκαλλιέργειες έδειξαν ότι τα φλαβονοειδή εµποδίζουν την οξειδωτική µετατροπή της LDL από τα µακροφάγα κύτταρα. Επίσης αναστέλλουν τη σύνθεση των εικοσανοειδών που εµπλέκονται στο µεταβολισµό του αραχιδονικού οξέος. Τέλος έχει αποδειχθεί η αντιφλεγµονώδης δράση ενός µίγµατος από διάφορα φλαβονοειδή στην εξιδρωµατική  και  βλαστική φάση της φλεγµονής παρουσιάζοντας αντίστοιχη δράση µε το 1/8 αυτής που παρουσιάζει η υδροκορτιζόνη.

  1. ∆ρόγες

∆ρόγη  γενικά ονοµάζουµε κάθε φυσικό προϊόν που προέρχεται από το ορυκτό, ζωικό και κυρίως από το φυτικό βασίλειο και µπο- ρεί να χρησιµοποιηθεί σαν φάρµακο ή πηγή φαρµάκων. Πολλές από τις δραστικές ουσίες που προαναφέρθηκαν αποτελούν χηµικά συστατικά οργανικά ή ανόργανα κάποιας δρόγης (π.χ. φλαβονοειδή, ιχνοστοιχεία). Στην κοσµετολογία χρησιµοποιούνται περισσό- τερο οι φυτικές δρόγες υπό µορφή κόνεων και  εκχυλισµάτων.

Στην ιστορία της φαρµακευτικής αναφέρεται ότι η χρήση των φυσι- κών  ουσιών ξεκινά από τους πρωτόγονους ακόµη λαούς. Η γνώση γύρω από τις  απισχναντικές ιδιότητες πολλών εξ αυτών έφτα- σε στις µέρες µας. Mε τη βοήθεια της επιστηµονικής µελέτης, µας δίνεται η δυνατότητα παρασκευής σκευασµάτων όπου έχει εξασφαλιστεί τόσο η ασφάλεια όσο και η αποτελεσµατικότητά τους.

  1. Ιχνοστοιχεία

Έχει βρεθεί ότι ορισµένα ιχνοστοιχεία έχουν ένα καθορισµένο και απαραίτητο ρόλο στις βιολογικές διεργασίες. Τα ιχνοστοιχεία αυτά

µπορεί να είναι συστατικά βασικών ενζύµων και ορµονών ή ανα- γκαία για ορισµένες πρωτεΐνες. Η χρησιµότητά τους σαν συστατικά των καλλυντικών αδυνατίσµατος εκφράζεται από τη θεωρία ότι τα συγκεκριµένα διεγείρουν το ενζυµατικό και ορµονικό σύστηµα.

  • Ιώδιο

Αυτό είναι ένα στοιχείο που µπορεί να λαµβάνεται συνθετικά (Iodotrat) είτε απευθείας από τη φύση κατόπιν κάποιας ειδικής ε- πεξεργασίας της δρόγης στην οποία βρίσκεται (φαιοφύκη).

Ο ρόλος του Ιωδίου σαν δραστική ουσία στα καλλυντικά αδυνατί- σµατος δεν είναι πλήρως κατανοητός. Ενώ στο παρελθόν θεωρεί- το ότι η πιθανή λιπολυτική του δράση µπορεί να οφείλεται σε έµµεσους παράγοντες (ίσως διαµέσου νευροορµονικών συσχετι- σµών περνώντας από το θυρεοειδή αδένα) σήµερα έχει αποδει- χθεί ότι το αµµινικό Ιώδιο µπορεί να προάγει τη µεταβολική δράση των λιποκυττάρων µε την απευθείας διέγερσή τους. Όσον αφορά την αποιδηµατική του δράση έχει βρεθεί ότι επιταχύνει την απορ- ρόφηση των εξιδρωµάτων επενεργώντας στο λεµφικό σύστηµα.

Το µεταλλικό αλλά και το οργανικό Ιώδιο δηµιουργούν ένυδρες ενώσεις και µε τον τρόπο αυτό ελευθερώνουν τους ιστούς από τη βλαπτική επίδραση των τοξινών που έχουν συσσωρευτεί στο δερµατικό ιστό.

Το Iodotrat είναι ένα συνθετικό οργανικό παράγωγο του Ιωδίου. Είναι υδατοδιαλυτό, σηµαντικά σταθερό και απαλλαγµένο από κά- θε ερεθιστική  δράση Αυτό σε σχέση µε τα άλλα οργανικά και ανόργανα προϊόντα του Ιωδίου, παρουσιάζει το προτέρηµα του να µην εξασκεί ορµονική διέγερση και να είναι πολύ καλά ανεκτό στο δέρµα. Η ωφελιµότητά του βασίζεται στη βελτίωση της θρέψης των µεσεγχυµατικών κυττάρων και το περιορισµό των λιπωδών εναποθέσεων.

Το Ιώδιο σαν συστατικό δρόγης, απαντάται στην ανόργανη µορφή του ιώδους άλατος (διαλυµένα ιωδίδια στο εσωτερικό κενοτοπίων)

ή στην οργανική µορφή συνδεδεµένο µε πρωτεΐνες. Παλαιότερα αποκοµίζονταν από τη φρέσκη τέφρα ενώ τώρα είναι παραπροϊόν της εκχύλισης των αλγινικών αλάτων.

  • Ψευδάργυρος (Zn)

Αποτελεί στοιχείο 200 και πλέον ενζύµων µεταξύ των οποίων µερικά θεωρούνται απαραίτητα για τον µεταβολισµό του κυττάρου, τη βιοσύνθεση του γενετικού υλικού και τη σύνθεση ορµονών. Επίσης επιτρέπει την καλύτερη σύνδεση των ορµονών µε τους υποδοχείς τους. Έτσι µπορεί να εξηγηθεί η ενεργοποίηση της αδενυλικής κυκλάσης και κατ’ επέκταση η συµµετοχή του στη διαδικασία της λιπόλυσης. Τέλος σαν συστατικό

του ενζύµου δεσµουτάση του υπεροξειδίου έχει αντιοξειδωτική δράση.

  • Μαγνήσιο (Mn)

Αναφέρεται σαν συστατικό ενζύµων απαραίτητο για την αναπαραγωγή και την ανάπτυξη. Επίσης εισέρχεται στη συντήρηση των συνδετικών ιστών.

  • Κοβάλτιο (Co)

Είναι συστατικό της βιταµίνης B12.